3
  • Публицистика

Οι αρχές της διδασκαλίας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και τα δικαιώματα του ανθρώπου

Опубликовано: 04 февраля 2009

Καθ΄όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας η δομή της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής κατ΄ουσίαν επηρεάστηκε από την αντίληψη περί ανθρώπου. Παρά τις βαθιές διαφορές μεταξύ των πολιτισμών και της κουλτούρας όλοι κατέχουν κάποιες έννοιες των δικαιωμάτων και καθηκόντων του ανθρώπου.

Στο σύγχρονο κόσμο ευρεία διάδοση έχει η πεποίθηση ότι ο θεσμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυτός καθ΄εαυτός μπορεί να συμβάλλει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και την κοινωνική οργάνωση. Όμως, πίσω από την επίκληση για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα, πολλές φορές, εφαρμόζονται ιδέες οι οποίες αντίκεινται ριζικά στη χριστιανική διδασκαλία. Οι χριστιανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κατάσταση όπου επιβάλλονται κοινωνικοί και κρατικοί παράγοντες και, μάλιστα όχι σπάνια, τους επιβάλλεται να σκέφτονται και να πράττουν αντίθετα προς τις θείες εντολές, πράγμα το οποίο εμποδίζει την επίτευξη του σπουδαιότερου σκοπού της ανθρώπινης ζωής, δηλαδή την απελευθέρωση από την αμαρτία και την ανεύρεση της σωτηρίας.

Στην κατάσταση αυτή η Εκκλησία, με βάση την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, καλείται να υπενθυμίσει τις βασικές θέσεις της χριστιανικής ανθρωπολογίας και να αξιολογήσει τη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως εφαρμόζεται στη ζωή του ανθρώπου.

I. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως θρησκευτική και ηθική διάσταση

1.1. Η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται η θεώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακριβώς από δω προκύπτει η ανάγκη της προβολής της εκκλησιαστικής προσέγγισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σύμφωνα με τη Βιβλική αποκάλυψη η ανθρώπινη φύση όχι μόνο δημιουργήθηκε από το Θεό αλλά και προικίστηκε με ιδιότητες κατ΄ εικόνα και καθ' ομοίωσίν Του (πρβλ. Γεν. 1.26).

Μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι η ανθρώπινη φύση έχει αναφαίρετη αξιοπρέπεια. Συσχετίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με την πράξη της θείας δημιουργίας ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε: «Так щедро всех людей наделил Богконечнодля тогочтобы равным раздаянием даров Своих показать и одинаковое достоинство нашей природы,и богатство благости Своей» (Слово 14, «О любви к бедным»).

Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι και μετά την πτώση η αξιοπρέπεια δεν απωλέσθη από την ανθρώπινη φύση διότι το κατ΄εικόνα έμεινε ακατάλυτο και συνεπώς έμεινε η δυνατότητα της αποκαταστάσεως της ανθρώπινης ζωής στο πρωταρχικό της κάλλος. Αυτό άλλωστε διατυπώνεται και στα λειτουργικά ορθόδοξα κείμενα: «Εἰκὼν εἰμι, τῆς ἀρρήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων... Ὁ πάλαι μέν, ἐκ μὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν μὲ ἐπιστρέψας εἰς γὴν ἐξ ἦς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ' ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι» (Ευλογητάρια Ἦχος πλ. α΄, Νεκρώσιμη ακολουθία). Η πρόσληψη από τον Κύριο Ιησού Χριστό ολόκληρης της ανθρώπινης φύσεως χωρίς ἁμαρτίας (πρβλ. Εβρ. 4. 15) αποδεικνύει ότι η αξιοπρέπεια δεν συμπεριλαμβάνει τις αλλοιώσεις της φύσεως αυτής ως συνέπεια της πτώσης.

1.2. Εάν στην Ορθοδοξία η αναφαίρετη οντολογική αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου προσώπου και η ύψιστή του αξία μας παραπέμπουν στο κατ΄εικόνα, η ανθρώπινη ζωή που αρμόζει στην αξιοπρέπεια αυτή σχετίζεται με το καθ΄ομοίωσιν το οποίο, με την χάρη του Θεού, πετυχαίνεται μέσα από την υπέρβαση της αμαρτίας, την απόκτηση της ηθικής καθαρότητας και των αρετών. Για το λόγο αυτό ο κατ΄εικόνα άνθρωπος δεν πρέπει να υπερηφανεύεται για το υψηλό του αξίωμα το οποίο δεν είναι αμοιβή για τις προσωπικές του υπηρεσίες αλλά αποτελεί δωρεά του Θεού. Ούτε πρέπει να δικαιολογεί τις αδυναμίες και τα πάθη του αλλά, αντίθετα, να συνειδητοποιεί την ευθύνη του για την πορεία και τον τρόπο της ζωής του. Είναι προφανές ότι στην έννοια της αξιοπρέπειας ως αναπόσπαστο κομμάτι συμπεριλαμβάνεται και η ευθύνη.

Έτσι, στη χριστιανική παράδοση της Ανατολής, η έννοια της «αξιοπρέπειας» έχει πρωτίστως ηθική διάσταση ενώ η αντίληψη του τί είναι άξιον και ανάξιον συνδέεται αρρήκτως με τις ηθικές η τις ανήθικες πράξεις του ανθρώπου και με την εσωτερική του κατάσταση. Έχοντας υπόψη τη διαφθορά που υπέστη η ανθρώπινη φύση είναι άκρως σπουδαίο να διακρίνουμε ξεκάθαρα μεταξύ άξιου και ανάξιου στην ανθρώπινη ζωή.

1.3. Μια αξιοπρεπής ζωή είναι εκείνη η οποία αντιστοιχεί στην πρωταρχική κλίση που έχει από τη φύση μέσα του ο άνθρωπος, πλασμένος για να μετέχει της αγαθής ζωής του Θεού. Σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης: «Если Бог - полнота благ, а человек - Его образ, то образ в том и имеет подобие первообразу, чтобы быть исполненным всякого блага» («Об устроении человека», гл. 16). Γι΄αυτό ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής συνίσταται στην «παρομοίωσιν уподоблении Богу в добродетели, насколько оно возможно для человека» («Точное изложение православной веры»), όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωνάννης ο Δαμασκηνός. Στην αγιοπατερική παράδοση η φανέρωση αυτή του κατ΄εικόνα ονομάζεται θέωση.

Η θεοδώρητη αξιοπρέπεια επιβεβαιώνεται με το ηθικό στοιχείο το οποίο έχει κάθε άνθρωπος και το οποίο εκδηλώνεται ως φωνή της συνείδησης. Ο Απόστολος Παύλος στην Επιστολή του προς Ρωμαίους γράφει σχετικά: «τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ρωμ. 2, 15). Ακριβώς γι αυτό το λόγο, οι ηθικοί κανόνες με τους οποίους χαρακτηρίζεται η ανθρώπινη φύση καθώς και οι ηθικοί κανόνες της θείας αποκάλυψης φανερώνουν το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο και τον προορισμό του. Τον καθοδηγούν στη θεάρεστη ζωή η οποία μόνη αρμόζει στη θεόκτιστη ανθρώπινη φύση. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της ζωής για όλο τον κόσμο άφησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

1.4. Ανάξια του ανθρώπου είναι η ζωή εν αμαρτία διότι καταστρέφει τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο βλάπτει και τους άλλους και το περιβάλλον. Η αμαρτία ανατρέπει την ιεραρχία στις σχέσεις μέσα στην ανθρώπινη φύση. Αντί το πνεύμα να κυριαρχήσει πάνω στο σώμα, στην κατάσταση της αμαρτίας το πνεύμα υποτάσσεται στη σάρκα. Σ' αυτό το σημείο εστιάζει την προσοχή του ο Ιερός Χρυσόστομος: «Мы извратили порядок и зло усилилось до того, что мы заставляем душу следовать пожеланиям плоти» (Беседа 12 на Книгу Бытия). Η ζωή κατά σάρκα έρχεται σε αντίθεση με τις θείες εντολές και δεν αντιστοιχεί στην ηθική η οποία είναι εμφυτευμένη από το Θεό μέσα στην ανθρώπινη φύση. Ο επηρεαζόμενος από την αμαρτία άνθρωπος, στις σχέσεις με τους άλλους, συμπεριφέρεται εγωιστικά, ζητώντας να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εις βάρος του διπλανού. Με τη ζωή του αυτή παρουσιάζει κίνδυνο για το ανθρώπινο πρόσωπο, την κοινωνία και το περιβάλλον διότι έτσι διαταράσσεται η αρμονία της υπάρξεως και ακολουθούν ψυχικά και σωματικά πάθη, αρρώστιες και τρωτότητα μπροστά στις συνέπειες των καταστροφών του περιβάλλοντος. Μια ανήθικη ζωή, οντολογικά, δεν καταστρέφει τη θεοδώρητη αξιοπρέπεια αλλά την αμαυρώνει στο σημείο ώστε να γίνεται δυσδιάκριτη. Χρειάζεται γι αυτό μεγάλη προσπάθεια για να διακρίνει κανείς και μάλιστα να αναγνωρίσει σ' ένα βαρύ εγκληματία ή τύραννο την φυσική τους αξιοπρέπεια.

1.5. Για την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας ιδιαίτερη σημασία για τον άνθρωπο έχει η μετάνοια, που βασίζεται στην συναίσθηση των αμαρτιών και την επιθυμία αλλαγής ζωής. Μέσα από τη μετάνοια ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ των λογισμών, λόγων η πράξεων του και της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και επιβεβαιώνει την αναξιότητά του ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας. Η μετάνοια δεν ταπεινώνει τον άνθρωπο αλλά, αντίθετα, του προσφέρει ένα ισχυρό κίνητρο για τον πνευματικό του αγώνα, για μια δημιουργική αλλαγή ζωής, για τη διατήρηση της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και την αύξηση εν αυτή.

Ακριβώς γι αυτό το λόγο η αγιοπατερική και η ασκητική σκέψη και η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας ομιλούν περισσότερο για την αναξιότητα του ανθρώπου που καθορίζεται από την αμαρτία και όχι για την αξιοπρέπεια του. Έτσι, στην ευχή του Μεγάλου Βασιλείου η οποία διαβάζεται από τους πιστούς προ της Θείας Μεταλήψεως, συγκεκριμένα αναφέρεται: «Διὸ κἀγώ, εἰ καὶ ἀνάξιός εἰμι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ αὐτῆς τῆς προσκαίρου ζωῆς, ὅλον ἐμαυτὸν ὑποτάξας τῃ ἁμαρτίᾳ, καὶ ταῖς ἡδοναῖς δουλώσας, καὶ τὴν Σὴν ἀχρειώσας Εἰκόνα, ἀλλὰ ποίημα καὶ πλάσμα Σὸν γεγονώς, οὐκ ἀπογινώσκω τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν ὁ ἄθλιος. Τῆ δὲ Σῆ ἀμετρήτω εὐσπλαχνίᾳ θαρρήσας προσέρχομαι».

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση η διατήρηση της θεοδώρητης αξιοπρέπειας και η αύξηση εν αυτή από τον άνθρωπο καθορίζεται από τη ζωή κατά τους ηθικούς κανόνες, διότι αυτοί εκφράζουν την πρωτόπλαστη φύση του ανθρώπου που δεν αμαυρώθηκε από την αμαρτία. Γι αυτόν το λόγο αμέσως συνδέονται μεταξύ τους η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ηθική. Επιπλέον, η αναγνώριση της αξιοπρέπειας του προσώπου σημαίνει την ηθική του ευθύνη.

II. Ελευθερία επιλογής και ελευθερία από το κακό

II.1. Ανάλογα με τον αυτοπροσδιορισμό της ελεύθερης προσωπικότητας το κατ΄εικόνα της μπορεί είτε να αμαυρωθεί είτε αντίθετα να ενισχυθεί. Με όλα αυτά, η φυσιολογική αξιοπρέπεια είτε εκδηλώνεται πιο ξεκάθαρα στη προσωπική ζωή είτε εξαλείφεται από την αμαρτία. Το αποτέλεσμα τελεί σε άμεση εξάρτηση από τον αυτοπροσδιορισμό της προσωπικότητας.

Η ελευθερία αποτελεί μια από τις εκδηλώσεις του κατ΄εικόνα στην ανθρώπινη φύση. Σύμφωνα με το Γρηγόριο Νύσσης, «человек стал боговидным и блаженным, будучи почтен свободой (ατεξουσίῳ («Слово об усопших»). Πάνω στη βάση της ποιμαντικής της εμπειρίας αλλά και της εμπειρίας της πνευματικής πατρότητας, η Εκκλησία με πολλή προσοχή αντιμετωπίζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου καθώς και την ελευθερία επιλογής του. Η υποταγή της ανθρώπινης θέλησης μέσω χειρισμού και βίας σε μια εξωτερική αυθεντία θεωρείται παράβαση της τάξεως που καθορίστηκε από το Θεό.

Την ίδια στιγμή, η ελευθερία επιλογής δεν καθίσταται μια απόλυτη και οριστική αξία. Ετέθη από το Θεό στην υπηρεσία του καλού των ανθρώπων. Εφαρμόζοντάς την ο άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει κακό ούτε στον εαυτό του αλλά ούτε στο περιβάλλον του. Όμως, λόγω της επικράτησης της αμαρτίας, η οποία χαρακτηρίζει την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση, καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν αρκεί για την επίτευξη του πραγματικού καλού. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί το δικό του παράδειγμα για να εξηγήσει ποια είναι τα χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου: «οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ' ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ...νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτὸ, ἀλλ' ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία» (Ρωμ. 7, 15-17). Επομένως, δεν μπορεί να μείνει ο άνθρωπος αβοήθητος από το Θεό και χωρίς τη στενή συνεργασία μαζί του διότι μόνο Αυτός αποτελεί πηγή παντός καλού.

Απορρίπτοντας το Θεό και στηριζόμενοι μόνο στον εαυτό τους οι πρωτόπλαστοι βρέθηκαν κάτω από την εξουσία των καταλυτικών δυνάμεων του κακού και του θανάτου και, ακολούθως, μετέδωσαν την εξάρτηση αυτή και στους απογόνους τους. Καταχρώμενος της ελευθερίας επιλογής ο άνθρωπος στερήθηκε και της άλλης ελευθερίας ζωής εν τω καλώ την οποία είχε απολαύσει στην προπτωτική του κατάσταση. Την ελευθερία αυτή την επιστρέφει στον άνθρωπο ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ιων. 8, 36). Η απόκτηση της ελευθερίας είναι αδύνατη χωρίς να προηγείται αυτής η μυστηριακή συνένωση του ανθρώπου με τη μεταμορφωμένη φύση του Χριστού, πράγμα το οποίο πετυχαίνεται μέσα στο Μυστήριο της Βάπτισης (Ρωμ. 6, 3-6; Κολ. 3, 10) και εμπεδώνεται μέσα από τη ζωή στην Εκκλησία η οποία είναι Σώμα Χριστού(Коλ. 1, 24).

Η Αγία Γραφή μιλάει για την ανάγκη προσπαθειών από μέρους του ανθρώπου για να λυτρωθεί από την αμαρτία: «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. 5, 1). Το ίδιο διαπιστώνουμε και από την εμπειρία της μεγάλης χορείας των αγίων ανδρών και γυναικών οι οποίοι με τα πνευματικά τους κατορθώματα επιβεβαιώνουν την δυνατότητα της μεταμορφώσεως της ζωής κάθε ανθρώπου. Όμως, οι καρποί των πνευματικών αγώνων των ανθρώπων θα αποκαλυφθούν πλήρως μόνο κατά τη Δευτέρα Παρουσία, όταν «τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν» θα μετασχηματιστεί «εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ» (Фλπ. 3, 21).

II.2. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας λέγει: «καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς... πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας» (Ιω. 8, 32, 34). Αυτό σημαίνει ότι πραγματικά ελεύθερος είναι αυτός που πορεύεται την οδό της δικαιοσύνης και αναζητεί την επικοινωνία με το Θεό, την πηγή της απόλυτης αλήθειας. Και αντίθετα, η κατάχρηση της ελευθερίας, η επιλογή ενός λαθεμένου, ανήθικου τρόπου ζωής, τελικά, καταστρέφει την ίδια την ελευθερία επιλογής επειδή οδηγεί την ανθρώπινη θέληση στην αιχμαλωσία της αμαρτίας. Η μοναδική πηγή της ελευθερίας είναι ο Θεός ο οποίος, μόνος, και μπορεί να τη στηρίζει στον άθρωπο. Όσοι δε θέλουν να χωριστούν από την αμαρτία παραδίδουν την ελευθερία τους στο διάβολο, ο οποίος είναι αντίπαλος του Θεού, πατήρ του κακού και της ανελευθερίας. Αναγνωρίζοντας την αξία της ελευθερίας επιλογής η Εκκλησία υποστηρίζει ότι η ελευθερία αναποφεύκτως εξαφανίζεται με την επιλογή του κακού. Το κακό δεν συμβιβάζεται με την ελευθερία.

Στην ανθρώπινη ιστορία η επιλογή του κακού από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες οδηγούσε στην απώλεια της ελευθερίας και στοίχησε πάρα πολλά θύματα. Και σήμερα η ανθρωπότητα μπορεί να πατήσει στον ίδιο δρόμο όσο αυτά τα φαινόμενα διαφθοράς όπως η έκτρωση, η αυτοκτονία, η ακολασία, οι διαστρεβλώσεις, τα διαζύγια, η λατρεία της βίας θα παύουν να αξιολογούνται από την ηθική πλευρά και θα δικαιολογούνται με βάση την παρερμηνευόμενη αντίληψη της ανθρώπινης ελευθερίας.

Η αδυναμία του θεσμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνίσταται στο ότι υπερασπίζοντας την ελευθερία επιλογής (αυτεξούσιο) όλο και λιγότερο λαμβάνεται υπόψη η ηθική διάσταση της ζωής και η ελευθερία από την αμαρτία. Η κοινωνική δομή πρέπει προσδιορίζεται και από τις δυο ελευθερίες εναρμονίζοντας την εφαρμογή τους στο δημόσιο πεδίο. Αποκλείεται να υπερασπιζόμαστε τη μια και να λησμονούμε την άλλη. Η ελεύθερη εμμονή στο καλό και την αλήθεια καθίσταται αδύνατη χωρίς την ελευθερία επιλογής. Με τον ίδιο τρόπο, η ελεύθερη επιλογή εάν στρέφεται προς το κακό στερείται της αξίας και του νοήματός της.

III. Τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ζωή της κοινωνίας σύμφωνα με τη χριστιανική κοσμοθεωρία

III.1. Κάθε άνθρωπος είναι προικισμένος από το Θεό με αξιοπρέπεια και ελευθερία. Όμως, η κατάχρηση της ελευθερίας αναποφεύκτως συνεπάγεται την ταπείνωση της αξιοπρέπειας του ίδιου του ανθρώπου και των συνανθρώπων του. Η κοινωνία πρέπει να οικοδομήσει μηχανισμούς οι οποίοι θα αποκαταστήσουν την αρμονία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Στην κοινωνική ζωή η αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ηθική μπορούν και πρέπει να υπηρετούν το σκοπό αυτό. Συνδέονται μεταξύ τους ακόμα και από το γεγονός ότι η ηθική, δηλαδή η ιδέα της αμαρτίας και της αρετής, πάντοτε προηγούνται του νόμου ο οποίος προέκυψε από τις ιδέες αυτές. Γι αυτό το λόγο η διεφθαρμένη ηθική, εντέλει, οδηγεί στην καταστροφή της νομιμότητας. Οι αντιλήψεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξελίσσονται κατά την μακραίωνή τους ιστορία και επομένως καθίσταται αδύνατη η απολυτοποίηση τους με την σημερινή τους μορφή. Είναι αναγκαίο να καθοριστούν σαφώς οι χριστιανικές αξίες με τις οποίες ακολούθως πρέπει να εναρμονιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

III.2. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να υπερτερούν των αξιών του πνευματικού κόσμου. Για ένα χριστιανό η πίστη του στο Θεό και η κοινωνία μαζί του υπερβαίνουν στην αξία τους και την ίδια τη ζωή του. Για το λόγο αυτό είναι αναπόδεκτη και επικίνδυνη η ερμηνεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως υπέρτατης και οικουμενικής βάσης της κοινωνικής ζωής στην οποία πρέπει να υπόκεινται οι θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές. Ουδείς δημόσιος εξευτελισμός των αντικειμένων, συμβόλων ή εννοιών τα οποία ευλαβούνται από τους πιστούς δικαιολογείται με επικλήσεις στην ελευθερία λόγου και δημιουργίας. Ως θεσπίσματα μη θεϊκής προελεύσεως τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να συγκρούονται με την Θεία Αποκάλυψη. Για τους περισσότερους χριστιανούς η δογματική και ηθική παράδοση η οποία πρέπει να αποτελεί γνώμονα της ανθρώπινης ελευθερίας είναι εξίσου σημαντική με την ιδέα της προσωπικής ελευθερίας. Για αρκετούς ανθρώπους που κατοικούν σε διάφορες χώρες ανά την οικουμένη, το υψηλότερο κύρος για την κοινωνική τους ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν, όχι τόσο τα εκκοσμικευμένα πρότυπα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο η διδασκαλία πίστεως και η παράδοση.

Κανένα ανθρώπινο θέσπισμα, συμπεριλαμβανομένων και των μορφών και μηχανισμών της κοινωνικής και πολιτικής δομής, από μόνο του δεν είναι σε θέση να καταστήσει την ανθρώπινη ζωή πιο ηθική και πιο τέλεια ούτε να εκριζώσει το κακό και τα πάθη. Σημαντικό είναι να μη λησμονούμε ότι οι κρατικές και οι κοινωνικές δυνάμεις έχουν την πραγματική ικανότητα και καλούνται να καταστέλλουν το κακό στις κοινωνικές του εκφάνσεις αλλά δεν μπορούν να νικήσουν την αιτία του κακού, την αμαρτωλότητα. Η οντολογική μάχη κατά του κακού πραγματοποιείται μέσα στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής και μπορεί να στεφθεί με επιτυχία, αποκλειστικά, στην πορεία του θρησκευτικού βιώματος του ανθρώπου: «οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Еφ. 6, 12).

Στην Ορθοδοξία υπάρχει η αναλλοίωτη πεποίθηση ότι κατά την οργάνωση της ζωής πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνο τα ανθρώπινα συμφέροντα και επιθυμίες αλλά και η θεία δικαιοσύνη και ο θεοδώρητος διαχρονικός ηθικός νόμος ο οποίος ενεργεί στον κόσμο ανεξαρτήτως βουλήσεων των συγκεκριμένων ανθρώπων και κοινωνιών. Ο νόμος αυτός διατυπωμένος στην Αγία Γραφή για κάθε χριστιανό ορθόδοξο υπερβαίνει σε κύρος οποιοδήποτε θέσπισμα επειδή σύμφωνα με αυτόν το νόμο θα κρίνει ο Θεός τους ανθρώπους και τους λαούς ενώπιον του Θρόνου του (πρβλ. Αποκ. 20, 12).

III.3. Η επεξεργασία και εφαρμογή της αντίληψης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να συντονίζονται με τους ηθικούς κανόνες καθώς και με την ηθική αρχή που ο Θεός προίκισε την ανθρώπινη φύση και η οποία αναγνωρίζεται στη φωνή της συνειδήσεως.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δε μπορούν να αποτελέσουν βάση για να προχωρήσουν οι χριστιανοί κατόπιν καταναγκασμού σε παράβαση των θείων εντολών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί αναπόδεκτες τις προσπάθειες υποταγής της γνώμης των πιστών πάνω στα ανθρωπιστικά θέματα, θέματα οικογένειας, κοινωνικής ζωής και εκκλησιαστικών πρακτικών στη μη θρησκευτική αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακολουθώντας τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη οι χριστιανοί πρέπει να απαντήσουν πάνω σε αυτό: «εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ;»(Πραξ. 4, 19).

Αναπόδεκτο είναι να ενταχθούν στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι κανόνες οι οποίοι αποδυναμώνουν η αναιρούν εντελώς τόσο την ευαγγελική όσο και τη φυσιολογική ηθική. Η Εκκλησία θεωρεί μεγάλο κίνδυνο τη νομοθετική και κοινωνική υποστήριξη παντός είδους κακού λ.χ. ασέλγειας και διαστρεβλώσεων, λατρείας της κερδοσκοπίας και βίας. Εξίσου αναπόδεκτη είναι η νομιμοποίηση των ανήθικων και απάνθρωπων πράξεων όπως π.χ. αμβλώσεων, ευθανασίας, χρήσεως των ανθρωπίνων εμβρύων στην ιατρική, πειραμάτων που αλλοιώνουν την ανθρώπινη φύση κλπ.

Δυστυχώς, στην κοινωνία καθιερώνονται νομοθετήματα και πολιτικές πρακτικές τα οποία όχι μόνον επιτρέπουν τις παρόμοιες ενέργειες αλλά και δημιουργούν προϋποθέσεις επιβολής αυτών στην κοινωνία δια των ΜΜΕ, συστημάτων παιδείας και υγείας, διαφήμισης, εμπορίου και διάφορων υπηρεσιών. Επί πλέον οι πιστοί οι οποίοι θεωρούν τα φαινόμενα αυτά αμαρτία πιέζονται να αναγνωρίσουν την αποδεκτικότητα της αμαρτίας η υφίστανται διακρίσεις και διώξεις.

Σύμφωνα με τους νόμους πολλών χωρών τιμωρητέες είναι οι ενέργειες που προκαλούν ζημίες σε άλλους. Όμως, η εμπειρία της ζωής μας αποδεικνύει ότι οι ζημιές στον εαυτό του επεκτείνονται ακόμα στο περιβάλλον του ανθρώπου αυτού, σε όσους συνδέονται μαζί του με συγγενικούς, φιλικούς, γειτονικούς, συνεταιρικούς δεσμούς και με την κοινή ιθαγένεια. Ο άνθρωπος φέρνει ευθύνη για τις συνέπειες της αμαρτίας διότι η επιλογή του κακού από αυτόν ασκεί καταστρεπτική επίδραση στους πλησίον και ολόκληρη τη θεία δημιουργία.

Στα πλαίσια της αξιοπρέπειάς του ο άνθρωπος καλείται προς την αγαθοεργία. Ιδιαιτέρως πρέπει να φροντίζει το περιβάλλον και τους συνανθρώπους του. Στη ζωή του ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκει να πράττει όχι το κακό αλλά το καλό και μάλιστα να το μελετά: «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ' ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Мατθ. 5, 19).

III.4. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με την αγάπη προς την πατρίδα και τους πλησίον. Ο δημιουργός προίκισε την ανθρώπινη φύση με την ανάγκη επικοινωνίας και ενότητας μεταξύ των ανθρώπων πράγμα για το οποίο είπε: «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον·» (Быт. 2, 18). Η αγάπη προς την οικογένεια και τους άλλους συγγενείς δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τον λαό και τη χώρα όπου μένει ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο ότι η ορθόδοξη παράδοση βλέπει τη ρίζα του πατριωτισμού στα λόγια του ίδιου του Χριστού: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιω. 15, 13).

Πρέπει να τηρείται η ισορροπία ανάμεσα στην αναγνώριση των δικαιωμάτων του ατόμου και την ευθύνη των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι ακρότητες του ατομικισμού και του κολεκτιβισμού δεν εξυπηρετούν την αρμονική οργάνωση της ζωής στην κοινωνία αλλά οδηγούν στην κατάπτωση του προσώπου, τον ηθικό και νομικό μηδενισμό, την αύξηση της εγκληματικότητας, την απώλεια της αστικής δραστηριότητας και την αποξένωση των ανθρώπων μεταξύ τους.

Η πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η ένταση των προσωπικών και κοινωνικών συμφερόντων μπορεί να ξεπεραστεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ανθρώπου εναρμονίζονται με τις ηθικές αξίες και κυρίως όταν η ζωή του ανθρώπου και της κοινωνίας ζωοποιείται από την αγάπη. Η αγάπη είναι εκείνη η οποία εκμηδενίζει όλες τις αντιθέσεις μεταξύ του προσώπου και των γύρω του, καθιστώντας τον έτσι άνθρωπο ικανό να εφαρμόσει πλήρως την ελευθερία του και ταυτόχρονα να φροντίζει τους πλησίον και την πατρίδα.

Οι ενέργειες που αποβλέπουν στην τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην τελειοποίηση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και θεσμών, δεν θα στεφθούν με πραγματική επιτυχία εάν αγνοούνται οι πνευματικές και οι πολιτισμικές παραδόσεις των χωρών και των λαών.

Με αφορμή την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ένας πολιτισμός δεν πρέπει να επιβάλλει τον τρόπο ζωής του στους άλλους. Η δραστηριότητα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν πρέπει να υπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα ορισμένων χωρών. Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να αποβεί καρποφόρος μόνο όταν υπηρετεί το πνευματικό και υλικό καλό του προσώπου και της κοινωνίας.

III.5. Η εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν πρέπει να οδηγεί στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την εξάντληση των φυσικών πόρων. Ημη αποδοχή των προσανατολισμών κοινωνίας που αποκαλύφθηκαν από το Θεό για τη ζωή των ανθρώπων και της κοινωνίας οδηγεί, όχι μόνο στη δυσαρμονία των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και την καταστροφική σύγκρουση του ανθρώπου με τη φύση η οποία παραχωρήθηκε στην κατοχή του ανθρώπου από το Δημιουργό. (Γεν. 1, 28). Μια απεριόριστη επιδίωξη της ικανοποίησης των υλικών αναγκών, ιδιαίτερα των περιττών και τεχνητών αναγκών, είναι κατ΄ουσίαν αμαρτωλή, διότι οδηγεί στην πτώχευση και της ανθρώπινης ψυχής και της γύρω φύσεως. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα φυσικά πλούτη της γης κατ΄ουσίαν δεν είναι μόνο η ανθρώπινη κληρονομία αλλά πρωτίστως η δημιουργία του Θεού: «Του Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ» (Ψαλ. 23, 1). Η αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν εννοεί ότι εξυπηρετώντας τα εγωιστικά του συμφέροντα ο άνθρωπος μπορεί να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν χωρίζεται από την κλίση του να φροντίζει τον κόσμο του Θεού (πρβλ. Γεν. 2, 15), να τηρεί την εγκράτεια στην ικανοποίηση των αναγκών του, με επιμέλεια να φυλάσσει τον πλούτο, την ποικιλία και την ομορφιά της φύσεως. Αυτές οι αλήθειες πρέπει σοβαρά να λαμβάνονται υπόψη από την κοινωνία και το κράτος κατά τον προσδιορισμό των κύριων σκοπών της κοινωνικό-οικονομικής και υλικό-τεχνικής ανάπτυξης. Πρέπει να θυμόμαστε ότι το δικαίωμα της χρήσης των φυσικών αγαθών που δόθηκαν από τον Κτίστη το έχουν όχι μόνο οι σημερινές γενιές αλλά και οι ερχόμενες.

Από την άποψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας ο πολιτικός και νομικός θεσμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να υπηρετεί τους καλούς σκοπούς της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και να συμβάλλει στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη του ατόμου. Γι αυτόν το λόγο η εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με τους νομοθετημένους από το Θεό ηθικούς κανόνες και την παραδοσιακή ηθική που βασίζεται πάνω τους. Τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου δεν μπορούν να αντιταχθούν στις αξίες και συμφέροντα της πατρίδας, της κοινότητας και της οικογένειας. Η εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν πρέπει να δικαιολογεί την επιβουλή κατά των θρησκευτικών ιερών, των πολιτισμικών αξιών και της ταυτότητας του λαού. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να αποτελούν αφορμή της επιβολής μιας ανεπανόρθωτης ζημιάς για τη φυσική κληρονομία.

IV. Η αξιοπρέπεια και η ελευθερία του ανθρώπου μέσα στο σύστημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

IV.1. Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις στην ερμηνεία και εθνικά χαρακτηριστικά στην εφαρμογή του συνόλου των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το σύγχρονο σύστημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει πολυκλαδικό χαρακτήρα και τείνει προς την μεγαλύτερη λεπτολογία. Δεν υπάρχει σήμερα στον κόσμο μια κοινώς αποδεκτή ταξινόμηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών. Οι διάφορες σχολές δικαίου τους κατατάσσουν σε ομάδες με βάση τα διάφορα κριτήρια. Η Εκκλησία σύμφωνα με τη βασική της κλίση προτείνει να εξετασθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες από την πλευρά του ενδεχομένου ρόλου τους στην δημιουργία των ευνοϊκών εξωτερικών συνθηκών για την τελειοποίηση του προσώπου στην πορεία της σωτηρίας.

IV.2. Το δικαίωμα στη ζωή. Η ζωή είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ευαγγελίζεται: «ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ιω. 10, 10). Η εντολή «μη φονεύσης» ήταν μεταξύ άλλων που δόθηκαν από το Θεό στον Προφήτη Μωυσή. Η Ορθοδοξία δεν δέχεται και καταδικάζει την τρομοκρατία, την ένοπλη επίθεση, την εγκληματική βία καθώς επίσης και όλες τις άλλες μορφές της εγκληματικής αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. Παράλληλα η ζωή δεν περιορίζεται από γήινα πλαίσια μέσα από τα οποία αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο η κοσμική κοσμοθεωρία και συνδεδεμένο μαζί της το νομικό σύστημα. Ο Χριστιανισμός επιβεβαιώνει ότι η γήινη ζωή- που αυτή καθ΄εαυτή είναι πολύτιμη- αποκτά την πληρότητα της και το απόλυτο της νόημα μέσα στην προοπτική της αιωνίου ζωής. Για τον λόγο αυτό την πρώτη θέση πρέπει να την κατέχει όχι η ίδια η επιθυμία με οποιοδήποτε μέσο να κρατήσουμε την γήινη ζωή μας αλλά η επιδίωξη να τη διαμορφώσουμε έτσι ώστε ο άνθρωπος, σε συνεργασία με το Θεό, θα μπορούσε να προετοιμάζει την ψυχή του για την αιωνιότητα.

Ο λόγος του Θεού μας διδάσκει ότι η απώλεια της ζωήςένεκεν Χριστού και Ευαγγελίου (πρβλ. Μκ. 8, 35) και ένεκεν συνανθρώπων δεν βλάπτει τη σωτηρία του ανθρώπου αλλά αντίθετα τον οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών (πρβλ. Ιω. 15, 13). Η Εκκλησία τιμά τους αγώνες των μαρτύρων που έως θανάτου διακόνησαν το Χριστό και των ομολογητών που δεν τον αρνήθηκαν μπροστά στους διωγμούς και τις απειλές. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί επίσης τιμούν τα ηρωικά κατορθώματα όσων θυσίασαν τις ζωές τους για την Πατρίδα και τους πλησίον τους στο πεδίο μάχης.

Ταυτόχρονα η Εκκλησία καταδικάζει την αυτοκτονία επειδή ο αυτόχειρας δεν θυσιάζει τη ζωή του αλλά απορρίπτει τη ζωή ως δώρο του Θεού. Σε σχέση με τα ανωτέρω είναι αναπόδεκτη η νομιμοποίηση της λεγόμενης ευθανασίας - συμβολής στην αναχώρηση από τη ζωή των ανθρώπων, η οποία αποτελεί συνδυασμό φόνου και αυτοχειρίας.

Το δικαίωμα στη ζωή πρέπει να προϋποθέτει την προστασία της ανθρώπινης ζωής από τη στιγμή της συλλήψεως. Οποιαδήποτε επιβουλή κατά της διαμορφωνόμενης ανθρώπινης προσωπικότητας αποτελεί παραβίαση αυτού του δικαιώματος. Η ζωή και τα δικαιώματα του παιδιού, του ενηλίκου και του ηλικιωμένου προστατεύονται με τις σύγχρονες διεθνείς και εθνικές πράξεις. Με αυτήν τη λογική η προστασία της ανθρώπινης ζωής πρέπει να καλύπτει και το διάστημά της από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι και τη γέννηση. Η βιβλική αντίληψη για τη θεοδώρητη αξία της ανθρώπινης ζωής από τη στιγμή της σύλληψης εκφράζεται συγκεκριμένα στα λόγια του αγίου βασιλιά Δαβίδ: «ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε, ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου... ο ὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, ὃ ἐποίησας ἐν κρυφῇ, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς·τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου, καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ἡμέρας πλασθήσονται καὶ οὐθεὶς ἐν αὐτοῖς» (Ψαλ. 138, 13,15-16).

Αναγνωρίζοντας ότι η θανατική ποινή ήταν αποδεκτή στην παλαιοδιαθηκική εποχή ενώ δεν έχουμε υποδείξεις «ούτε στην Καινή Διαθήκη, ούτε στην Παράδοση και την ιστορική κληρονομιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας» για την ανάγκη της κατάργησής της, δε μπορούμε παρά να θυμηθούμε το γεγονός ότι «η Εκκλησία συχνά αναλάμβανε το καθήκον της μεσολάβησης για τους καταδικασμένους σε εκτέλεση, ζητώντας γι αυτούς το έλεος και τη μετρίαση ποινής»(Οι αρχές της κοινωνικής αντίληψης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, IX.3). Προστατεύοντας την ανθρώπινη ζωή η Εκκλησία, ανεξάρτητα από τη στάση της κοινωνίας απέναντι στη θανατική ποινή, καλείται να ασκεί αυτό το καθήκον της μεσολάβησης.

IV.3. Το δικαίωμα της συνείδησης. Το δώρο της ελευθερίας επιλογής εκδηλώνεται πρωτίστως στην δυνατότητα επιλογής από τον άνθρωπο των κοσμοθεωρητικών προσανατολισμών ζωής του. Όπως γράφει ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνων, «Бог сотворил его (человека) свободным, имеющим свою власть добровольно исполнять волю Божию, а не по принуждению от Бога» («Против ересей», гл. XXXVI, 1,4). Η αρχή της ελευθερίας της συνείδησης εναρμονίζεται με το θέλημα του Θεού εάν προστατεύει τον άνθρωπο από την αυθαιρεσία απέναντι στον εσωτερικό του κόσμο, από την βίαιη επιβολή αυτών η άλλων πεποιθήσεων. Γι αυτό, σωστά στις Αρχές της κοινωνικής αντίληψης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αναγνωρίζεται η ανάγκη «να διατηρηθεί για τον άνθρωπο ένας αυτόνομος τομέας όπου η συνείδηση του θα παραμένει «απόλυτος» κυρίαρχος διότι από την ελεύθερη έκφραση της βούλησης τελικά εξαρτώνται η σωτηρία είτε η απώλεια, ο δρόμος προς το Χριστό ή ο δρόμος εκτός Χριστού» (οι Αρχές της κοινωνικής αντίληψης, IV, 6). Κάτω από τις συνθήκες του κοσμικού κράτους, η ελευθερία της συνείδησης που ανακηρύχθηκε και θεσπίστηκε από το νόμο επιτρέπει στην Εκκλησία να διατηρεί την ιδιαιτερότητα και την ανεξαρτησία της απέναντι στους ανθρώπους άλλων πεποιθήσεων, προσφέρει τη νομική βάση τόσο για την ακεραιότητα της εσωτερικής της ζωής όσο για τη δημόσια μαρτυρία περί της Αλήθειας. Ταυτόχρονα «η επικράτηση της νομικής αρχής της ελευθερίας της συνείδησης επιβεβαιώνει την απώλεια από την κοινωνία των θρησκευτικών σκοπών και αξιών» (οι Αρχές..., III, 6).

Καμιά φορά η ελευθερία της συνείδησης ερμηνεύεται ως απαίτηση της θρησκευτικής ουδετερότητας η αδιαφορίας του κράτους και της κοινωνίας. Οι ορισμένες ιδεολογικές ερμηνείες της θρησκευτικής ελευθερίας επιμένουν στην αναγνώριση της σχετικότητας η «ίσης γνησιότητας» όλων των θρησκειών. Αυτό είναι αναπόδεκτο για την Εκκλησία η οποία σεβόμενη την ελευθερία επιλογής καλείται να μαρτυρεί περί της φυλασσόμενης από αυτήν αληθειας και να ελέγχει τις πλάνες (πρβλ. Α Τιμ. 3, 15).

Η κοινωνία έχει δικαίωμα ελεύθερου καθορισμού του περιεχομένου και του όγκου της συνεργασίας του κράτους με διάφορες θρησκευτικές κοινότητες ανάλογα με τον αριθμό των πιστών τους, την παραδοσιακότητα τους για τη χώρα ή την περιοχή, τη συμβολή τους στην ιστορία και τον πολιτισμό και την πολιτική τους άποψη. Ταυτόχρονα, πρέπει να τηρείται η ισότητα των πολιτών μπροστά στο νόμο ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντι στη θρησκεία. Η αρχή της ελευθερίας της συνείδησης δεν εμποδίζει τις εταιρικές σχέσεις Εκκλησίας-κράτους στην κοινωνική, φιλανθρωπική, εκπαιδευτική και άλλη κοινωνικώς σημαντική δραστηριότητα.

Δεν επιτρέπεται, με επίκληση στην ελευθερία της συνείδησης, διαστρεβλώνοντας την ίδια την ουσία αυτής της αρχής, να εγκατασταθεί ολοκληρωτικός έλεγχος της ζωής και των πεποιθήσεων του ανθρώπου, να καταστραφεί η ιδιωτική, οικογενειακή και δημόσια ηθική, να προσβληθούν τα θρησκευτικά συναισθήματα, να επιβουλευτούν τα ιερά, να ζημιωθεί η πνευματικό-πολιτιστική ιδιομορφία του λαού.

IV.4. Το δικαίωμα του λόγου. Η ελευθερία έκφρασης των σκέψεων και συναισθημάτων που προϋποθέτει τη δυνατότητα διάδοσης της πληροφορίας είναι η φυσική συνέχεια της ελευθερίας της κοσμοθεωρητικής επιλογής. Ο λόγος λειτουργεί ως βασικό μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων με το Θεό και μεταξύ τους. Το περιεχόμενο της επικοινωνίας ασκεί σοβαρή επίδραση στην ευημερία του ανθρώπου και τις διαπροσωπικές σχέσεις στην κοινωνία. Ο άνθρωπος φέρνει ιδιαίτερη ευθύνη για τα λόγια του. « κ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ, καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ», - λέει η Αγία Γραφεί (Ματθ. 12, 37). Οι δημόσιες ομιλίες και δηλώσεις δεν πρέπει να συνεισφέρουν στην διάδοση της αμαρτίας, ούτε να γίνονται αφετηρία διαμαχών και διχονοιών μέσα στην κοινωνία. Ο λόγος πρέπει να οικοδομεί και να στερεώνει το καλό. Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η προσβολή των θρησκευτικών και εθνικών συναισθημάτων, η παραπληροφόρηση για τη ζωή αυτών η άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων, λαών, κοινωνικών ομάδων, και προσώπων. Η ευθύνη του λόγου αυξάνεται πολλαπλώς στο σύγχρονο κόσμο ο οποίος βιώνει ραγδαία εξέλιξη των τεχνολογιών της αποθηκεύσεως και διαδόσεως της πληροφορίας.

IV.5. Το δικαίωμα της δημιουργίας. Οι δημιουργικές ικανότητες είναι εκδηλώσεις μέσα στον άνθρωπο του κατ΄ εικόνα Θεού. Η Εκκλησία ευλογεί τη δημιουργία που ανοίγει καινούργιους ορίζοντες για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και τη γνώση του κτιστού κόσμου. Η δημιουργία η οποία καλείται να αναδείξει το δημιουργικό δυναμικό του προσώπου δεν πρέπει να δικαιώνει την μηδενιστική στάση απέναντι στον πολιτισμό, τη θρησκεία και την ηθική. Το δικαίωμα της έκφρασης, από το πρόσωπο η μιας ομάδας ανθρώπων, του εαυτού δεν πρέπει να πραγματοποιείται με μορφές προσβλητικές για τις πεποιθήσεις και τον τρόπο ζωής των άλλων μελών της κοινωνίας. Ταυτόχρονα πρέπει να τηρείται μία από τις βασικές αρχές του κοινοτικού βίου - ο αμοιβαίος σεβασμός των διάφορων ομάδων με διαφορετικές κοσμοθεωρίες.

Η βεβήλωση των ιερών δεν μπορεί να δικαιωθεί με επίκληση των δικαιωμάτων του ζωγράφου, του συγγραφέως και του δημοσιογράφου. Η σύγχρονη νομοθεσία συνήθως προστατεύει όχι μόνο τη ζωή και την περιουσία των ανθρώπων αλλά και τις συμβολικές αξίες όπως τη μνήμη των κεκοιμημένων, τους τόπους ταφής, τα μνημεία ιστορίας και πολιτισμού, τα κρατικά σύμβολα. Αυτή η προστασία πρέπει να καλύπτει και την πίστη και τα ιερά τα οποία είναι πολύτιμα για τους θρήσκους.

IV.6. Το δικαίωμα στην παιδεία. Η μίμηση του Θεού στην αρετή αποτελεί τον σκοπό της γήινης ζωής του ανθρώπου. Η παιδεία δεν είναι μόνο το μέσο για την απόκτηση γνώσεων και την ένταξη του ανθρώπου στην κοινωνική ζωή αλλά και η ανατροφή του προσώπου σύμφωνα με το σχέδιο του Κτίστη. Το δικαίωμα στην παιδεία προϋποθέτει την απόκτηση γνώσεων λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτισμικές παραδόσεις της κοινωνίας και την κοσμοθεωρητική βάση της οικογένειας και του προσώπου. Στη βάση των περισσότερων πολιτισμών του κόσμου βρίσκεται η θρησκεία και για το λόγο αυτό η ολοκληρωτική παιδεία και αγωγή του ανθρώπου πρέπει να συμπεριλαμβάνει την παροχή γνώσεων για τη θρησκεία η οποία δημιούργησε τον πολιτισμό αυτό μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος. Ταυτόχρονα πρέπει να γινεται σεβαστή η ελευθερία της συνείδησης.

IV.7. Τα αστικά και τα πολιτικά δικαιώματα. Από την Αγία Γραφή οι πιστοί διδάσκονται να εκτελούν τις οικογενειακές τους και κοινωνικά σημαντικές υποχρεώσεις ως υπακοή στο Χριστό (πρβλ. Λκ. 3, 10-14; Εφ. 5, 23-33; Τιτ. 3, 1). Ο Άγιος Απόστολος Παύλος επανειλημμένως επικαλούνταν τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη για να κηρύττει απροσκόπτως το θείο λόγο. Τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα προσφέρουν στον άνθρωπο τις ευρείες δυνατότητες της έμπρακτης διακονίας του πλησίον. Μέσα από αυτά ο πολίτης μπορεί να ασκεί επιρροή στη ζωή της κοινωνίας και να συμμετέχει στη διαχείριση των υποθέσεων του κράτους. Ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος μεταχειρίζεται το δικαίωμα να εκλέγει και να εκλέγεται, την ελευθερία των συνεταιρισμών και ενώσεων, την ελευθερία του λόγου και πεποιθήσεων, εξαρτάται η ευημερία της κοινωνίας.

Η χρήση των πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να οδηγεί στις διχόνοιες και την έχθρα. Η Ορθόδοξη παράδοση της καθολικότητας (sobornost) προϋποθέτει τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής με βάση τις διαχρονικές ηθικές αξίες. Η Εκκλησία καλεί τους ανθρώπους να συγκρατούν τις εγωιστικές τους απαιτήσεις για χάρη του κοινού καλού. Στην ιστορία των λαών οι οποίοι διαποιμαίνονται από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σχηματιστεί η καρποφόρα αντίληψη για την ανάγκη της συνεργασίας του κράτους και της κοινωνίας. Τα πολιτικά δικαιώματα μπορούν πλήρως να υπηρετούν μια τέτοια αρχή των κρατικών-κοινωνικών σχέσεων. Γι αυτό χρειάζεται τα συμφέροντα των πολιτών πραγματικά να αντιπροσωπεύονται σε διάφορα επίπεδα της εξουσίας και να εξασφαλίζονται οι δυνατότητες για την αστική δράση.

Η ιδιωτική ζωή, η κοσμοθεωρία και η θέληση των ανθρώπων δεν πρέπει να γίνουν αντικείμενο του ολοκληρωτικού ελέγχου. Για την κοινωνία είναι επικίνδυνοι οι χειρισμοί των επιλογών των ανθρώπων και της συνειδήσεώς τους από τις αρχές, τις πολιτικές δυνάμεις, τις οικονομικές ελίτ και τις ελίτ της πληροφορίας. Δεν είναι αποδεκτές επίσης η συλλογή, η συγκέντρωση και η χρήση πληροφοριών για οποιεσδήποτε πλευρές της ζωής των ανθρώπων χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Στις περιπτώσεις που το απαιτούν η προστασία της Πατρίδας, η διατήρηση της ηθικής, η προστασία της υγείας, των δικαιωμάτων και νομίμων συμφερόντων των πολιτών καθώς επίσης και η αποτροπή ή η αποκάλυψη των εγκλημάτων και η εφαρμογή της δικαιοσύνης, η συλλογή πληροφοριών για το άτομο μπορεί να πραγματοποιείται και χωρίς τη συγκατάβασή του. Όμως, και σε αυτές τις περιπτώσεις η λήψη και η χρήση της πληροφορίας πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους δηλωμένους σκοπούς και με τήρηση της νομιμότητας. Οι μέθοδοι συλλογής και επεξεργασίας της πληροφορίας για τους ανθρώπους δεν πρέπει να εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να περιορίζουν την ελευθερία τους και να μετατρέπουν τον άνθρωπο από υποκείμενο των κοινωνικών σχέσεων σε αντικείμενο της μηχανικής διαχείρισης. Ακόμη πιο επικίνδυνη για την ανθρώπινη ελευθερία θα καταστεί η εφαρμογή τεχνικών μέσων που συνεχώς θα είναι μαζί με τον άνθρωπο ή θα είναι αναπόσπαστα μέρη του σώματός του, εάν θα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο του προσώπου και τη χειραγώγησή του.

IV.8. Τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα. Η γήινη ζωή δεν νοείται χωρίς την ικανοποίηση των υλικών αναγκών του ανθρώπου. Στις Πράξεις των Αποστόλων υπάρχει διήγηση περί της πρωτοχριστιανικής κοινότητας στην οποία η υλική φροντίδα για τα μέλη της κατείχε μια ιδιαίτερη θέση (πρβλ. Πραξ. 4, 32-37; 6, 1-6). Μια σωστή χρήση των υλικών αγαθών δεν είναι άσχετη με το έργο της σωτηρίας. Γι αυτό πρέπει να προσδοθεί η ηθική διάσταση στα εξής δικαιώματα και ελευθερίες: το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, της εργασίας, της προστασίας από την αυθαιρεσία του εργοδότη, η ελευθερία της επιχειρηματικότητας, και το δικαίωμα του αντάξιου επίπεδου ζωής.

Η εφαρμογή των οικονομικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να οδηγήσει στην συγκρότηση μιας τέτοιας κοινωνίας στην οποία η χρήση των υλικών αγαθών μετατρέπεται σε κυρίαρχο η ακόμη μοναδικό σκοπό της ύπαρξης της κοινωνίας. Μια από τις αποστολές των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων συνίσταται στην αποτροπή του συγκρουσιακού διαχωρισμού σε κοινωνικά στρώματα. Ο διαχωρισμός αυτός είναι αντίθετος με την αγάπη προς τον πλησίον αφού δημιουργεί συνθήκες για την ηθική διαφθορά της κοινωνίας και του προσώπου και γίνεται αφετηρία της αποξένωσης μεταξύ των ανθρώπων και παραβιάζει την αρχή της δικαιοσύνης.

Μια από τις σημαντικές ευθύνες της κοινωνίας είναι η μέριμνα για τους ανθρώπους οι οποίοι είναι ανίκανοι να ικανοποιήσουν τις υλικές τους ανάγκες. Η πρόσβαση στην παιδεία και τη βιοτικά απαραίτητη ιατρική περίθαλψη δεν πρέπει να εξαρτάται από την κοινωνική και οικονομική θέση του ανθρώπου.

IV.9. Τα συλλογικά δικαιώματα. Τα δικαιώματα ενός προσώπου δεν πρέπει να αποβαίνουν καταστρεπτικά για το μοναδικό τρόπο ζωής και τις οικογενειακές παραδόσεις καθώς επίσης και για τις διάφορες θρησκευτικές, εθνικές και κοινωνικές οργανώσεις. Ο Θεός προίκισε την ανθρώπινη φύση με την τάση να έλκει το άτομο προς τον κοινοτικό βίο (πρβλ. Γεν. 2, 18). Στην πορεία της εφαρμογής του θείου θελήματος για την ενότητα του ανθρώπινου γένους σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διάφοροι τρόποι του κοινοτικού βίου που πραγματοποιούνται στα εθνικά, κρατικά και κοινωνικά σωματεία. Η Εκκλησία - ο θεανθρώπινος οργανισμός - είναι εκείνη η οποία πλήρως εφαρμόζει τις θείες εντολές περί της αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον (πρβλ. Ματθ. 22, 37-39).

Η οικογένεια αποτελεί την αρχή του κοινοτικού βίου. Δεν είναι τυχαία αυτά που λέει ο Απόστολος Παύλος σχετικά με τη συμμετοχή της οικογένειας στο Μυστήριο της Εκκλησίας (πρβλ. Εφ. 5, 23-33). Στην οικογένεια ο άνθρωπος αποκτά την εμπειρία αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον. Μέσα από την οικογένεια κληρονομούνται οι θρησκευτικές παραδόσεις, ο κοινωνικός τρόπος ζωής και ο εθνικός πολιτισμός της κοινωνίας. Το σύγχρονο δίκαιο πρέπει να εξετάζει την οικογένεια ως ένα νόμιμο δεσμό του άνδρα και της γυναίκας στον οποίο δημιουργούνται φυσικές συνθήκες για μια ομαλή αγωγή των παιδιών. Ο νόμος καλείται να σεβαστεί την οικογένεια ως ένα ακέραιο οργανισμό και να τον προστατεύσει από την καταστροφή που προκάλεσε η διαφθορά των ήθων. Περιφρουρώντας τα δικαιώματα του παιδιού, το νομικό σύστημα δεν πρέπει να αρνηθεί τον ιδιαίτερο ρόλο των γονέων στην αγωγή του που είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της κοσμοθεωρητικής και θρησκευτικής εμπειρίας. Είναι αναγκαίο να γίνουν σεβαστά και τα άλλα συλλογικά δικαιώματα όπως το δικαίωμα στην ειρήνη, στο περιβάλλον, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και των εσωτερικών κανονισμών που ρυθμίζουν τη ζωή των διάφορων κοινοτήτων.

Η ενότητα και η αλληλοσύνδεση των αστικών και πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών, ιδιωτικών και συλλογικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να συνεισφέρουν στην αρμονική οργάνωση της κοινωνικής ζωής τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές επίπεδο. Η κοινωνική αξία και η αποτελεσματικότητα ολόκληρου του συστήματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξαρτώνται από το κατά πόσο δημιουργούν συνθήκες για την ανάπτυξη του προσώπου στη θεοδώρητη αξιοπρέπεια και συνεπάγεται την ευθύνη του ανθρώπου για τις πράξεις του μπροστά στο Θεό και τους πλησίον του.

V. Οι αρχές και οι κατευθύνσεις της δραστηριότητας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

V.1. Από την αρχαιότητα και μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία μεσολαβεί στο κράτος υπέρ των άδικα καταδικασμένων, ταπεινωμένων, δυστυχισμένων, εκμεταλλευομένων. Η ελεημονούσα μεσολάβηση της Εκκλησίας καλύπτει και όσους δικαίως τιμωρήθηκαν για τα εγκλήματα τους. Η Εκκλησία, επίσης, επανειλημμένως καλούσε στην παύση της βίας και την απάλυνση των ηθών όταν ξεκινούσαν οι συγκρούσεις κατά τις οποίες καταπατούνταν τα δικαιώματα του ανθρώπου στη ζωή, τη υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Τέλος, στα χρόνια των αθεϊστικών διωγμών οι ορθόδοξοι ιεράρχες, κληρικοί και λαϊκοί απευθύνονταν στις αρχές και την κοινωνία υπερασπιζόμενοι την ελευθερία της ομολογίας πίστης και το δικαίωμα των θρησκευτικών κοινοτήτων για ευρεία συμμετοχή στη ζωή του λαού.

V.2. Έτσι ακριβώς κι εμείς καλούμαστε σήμερα με ζήλο, και όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, να φροντίζουμε για τη διατήρηση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας τους ανθρώπου. Ταυτόχρονα συνειδητοποιούμε το γεγονός ότι στο σύγχρονο κόσμο τα ανθρώπινα δικαιώματα καμιά φορά παραβιάζονται ενώ η αξιοπρέπεια του ανθρώπου καταπατείται όχι μόνο από τις κρατικές αρχές αλλά και από τις υπερεθνικές οντότητες, το οικονομικό υποκείμενο, τις ψευδοθρησκευτικές ομάδες, τις τρομοκρατικές και άλλες εγκληματικές συμμορίες. Όλο και περισσότερο τα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι αναγκαίο να προστατευθούν από την καταστρεπτική πληροφοριακή επίθεση.

Για τους αγώνες μας στο χώρο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να ξεχωρίσουμε ιδιαιτέρως τους εξής τομείς:

- υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων στην ελεύθερη ομολογία πίστεως, την προσευχή και την τέλεση ακολουθιών, την διατήρηση των πνευματικών και ηθικών παραδόσεων, την τήρηση των θρησκευτικών αρχών τόσο στην προσωπική ζωή όσο και στο χώρο της κοινωνικής δράσεως.

- αντίσταση στα εγκλήματα με αφετηρία την εθνική και θρησκευτική έχθρα.

- προστασία του προσώπου από την αυθαιρεσία όσων κατέχουν την εξουσία και των εργοδοτών καθώς επίσης και από τη βία και την ταπείνωση μέσα στην οικογένεια και εκτός αυτής.

- προστασία ζωής, ελεύθερης επιλογής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά τις διεθνικές, πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συρράξεις.

- ποιμαντική φροντίδα για τους στρατιώτες, για τη διατήρηση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους μέσα στις συνθήκες των πολεμικών επιχειρήσεων και της στρατιωτικής τους θητείας σε καιρό ειρήνης.

- επιμέλεια για το σεβασμό των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που βρίσκονται στα κοινωνικά ιδρύματα και τόπους φυλακίσεως με έντονη προσοχή στα προβλήματα των αναπήρων, ορφανών, ηλικιωμένων και άλλων αβοήθητων συνανθρώπων μας.

- προστασία των δικαιωμάτων των εθνών και εθνικών μειονοτήτων στη θρησκεία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.

- μέριμνα για αυτούς των οποίων τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και η υγεία θίγονται ως αποτέλεσμα ενεργειών των καταστρεπτικών λατρειών.

- υποστήριξη της παραδοσιακής οικογένειας, πατρότητας, μητρότητας και παιδικής ηλικίας.

- αντίδραση στην προσέλκυση των ανθρώπων στη διαφθορά και άλλα είδη της εγκληματικότητας όπως την πορνεία, τα ναρκωτικά και τον εθισμό στα ηλεκτρονικά παιγνίδια.

- φροντίδα για μια δίκαιη οικονομική και κοινωνική οργάνωση της κοινωνίας.

- μη αποδοχή του ολοκληρωτικού ελέγχου της ανθρώπινης προσωπικότητας, της κοσμοθεωρητικής του επιλογής και ιδιωτικής του ζωής μέσα από τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών και πολιτικών χειρισμών.

- καλλιέργεια του σεβασμού στη νομιμότητα, προώθηση της θετικής εμπειρίας στην εφαρμογή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

- εμπειρογνωμοσύνη των νομικών πράξεων, των νομοθετικών πρωτοβουλιών και ενεργειών των οργάνων της εξουσίας με σκοπό την αποτροπή της καταπάτησης των δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας του ανθρώπου και της επιδεινώσεως της ηθικής καταστάσεως στην κοινωνία.

- συμμετοχή στο δημόσιο έλεγχο της εφαρμογής της νομοθεσίας και συγκεκριμένα αυτής που ρυθμίζει τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους καθώς επίσης της εφαρμογής των δικαίων δικαστικών λύσεων.

V.3. Η δραστηριότητα των τέκνων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να διεξάγεται με την ευλογία της Ιεραρχίας τόσο στο επίπεδο όλης της Εκκλησίας όσο και στο επίπεδο της συγκροτήσεως από τους λαϊκούς κοινωνικών συλλόγων, πολλοί από τους οποίους με επιτυχία δραστηριοποιούνται ήδη στο χώρο της προστασίας των δικαιωμάτων. Στη δραστηριότητα της, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου η Εκκλησία επιδιώκει την συνεργασία με το κράτος και τις κοινωνικές δυνάμεις. Επιλέγοντας τους κοινωνικούς της συνεταίρους η Εκκλησία θυμάται τα λόγια του Σωτήρος Χριστού στους Αποστόλους: «ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ' ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν» (Μκ. 9, 40).

V.4. Βασιζόμενοι πάνω στην εκκλησιαστική διδασκαλία για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι χριστιανοί καλούνται στην προσδιοριζόμενη από ηθικές αρχές κοινωνική δραστηριότητα. Αυτή μπορεί να εκδηλώνεται με διάφορες μορφές - π.χ. με μαρτυρία ενώπιον της εξουσίας, με διανοητικές επεξεργασίες, με διεξαγωγή καμπανιών υπέρ διάφορων κατηγοριών ανθρώπων η των δικαιωμάτων τους. Μη επιδιώκοντας την επαναστατική αλλαγή του κόσμου και αναγνωρίζοντας τα δικαιώματα των άλλων κοινωνικών ομάδων να συμμετάσχουν στις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις με βάση την κωσμοθεωρητική τους επιλογή, οι ορθόδοξοι χριστιανοί επιφυλάσσουν και στον εαυτό τους το δικαίωμα να συμμετάσχουν σε μια τέτοια κοινωνική αλλαγή η οποία δε θα συγκρούετο με την πίστη τους και τις ηθικές αρχές. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι έτοιμη να υπερασπιστεί αυτές τις αρχές μέσα από τον διάλογο με την παγκόσμια κοινότητα και με τη συνεργασία με τους πιστούς των άλλων παραδοσιακών ομολογιών και θρησκειών.

* * *

Το παρόν έγγραφο επικυρώθηκε από την Σύνοδο των επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προς ανάπτυξη των αρχών της κοινωνικής της αντιλήψεως. Οι κανονικές διαρθρώσεις, οι κληρικοί και οι λαϊκοί υποχρεούνται να έχουν το έγγραφο αυτό ως καθοδήγηση στις δικές τους κοινωνικώς σημαντικές εισηγήσεις και πράξεις.Υφίσταται ως αντικείμενο διδασκαλίας στις θεολογικές σχολές του Πατριαρχείου Μόσχας. Το κείμενο παραδίνεται στη φιλάδελφη προσοχή των Ορθοδόξων κατά τόπους Εκκλησιών με ελπίδα να συνεισφέρει στην αύξηση ομογνωμοσύνης και να βοηθήσει στο συντονισμό των πρακτικών ενεργειών. Στη μελέτη και τη συζήτηση του κειμένου προσκαλούνται και οι λοιπές χριστιανικές εκκλησίες και σωματεία, άλλες θρησκευτικές κοινότητες, κρατικά όργανα και κοινωνικοί κύκλοι διάφορων χωρών, διεθνείς οργανισμοί.

Υπηρεσία Τύπου της Συνόδου των ετης Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

  • ВКонтакте

  • Telegram

  • Электронная почта

  • Скопировать ссылку

Комментарии (0)

0/2000
  • ВКонтакте

  • Telegram

  • Электронная почта

  • Скопировать ссылку